Date and Time

Το πιο ωραίο ταξίδι!

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να μιλήσεις για την αξία των βιβλίων από το υπέροχο αυτό ποίημα της Ντίκινσον.Ευτυχώς που το ανακάλυψε η Τασούλα και μας δίνεται η ευκαιρία να το δημοσιεύσουμε για να γίνει το μότο της ζωής μας και να μας δείχνει πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να ταξιδέψουμε κι όχι μόνο σε πολυτελή θέρετρα ...



Δεν θα βρεθεί κανένα πλοίο για να ταξιδέψεις

σαν το βιβλίο και να πας στα μακρινά τα ξένα,

μητ' άλογο σβέλτο πολύ να το καβαλικέψεις,

σαν μια σελίδα ποίησης με λόγια φτερωμένα.

Τέτοιο ταξίδι ανέξοδο και το φτωχό συμφέρει,

δεν του γυρεύουν διόδια και ναύλα δεν χρωστάει.

Τόσο λιτό, κι όμως παντού το νου μας μεταφέρει.

το μέσο αυτό που ταξιδιώτες όλους μας χωράει.

Έμιλυ Ντίκινσον


Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

15/6/2011
Χιλιάδες Έλληνες διαδηλώνουν την αντίθεσή τους σε όσα συμβαίνουν στη χώρα μας.Ελάχιστοι ΄Ελληνες επίσης προσπαθούν να διαλύσουν τις ειρηνικές διαδηλώσεις προκαλώντας επεισόδια.Εκατομμύρια άλλοι παρακολουθούμε ανήμποροι τα γεγονότα από την τηλεόραση.Μία κατάσταση πολεμική επικρατεί στο κέντρο όλων των μεγάλων πόλεων.Δεν ξέρω πως θα καταγραφούν τα γεγονότα από τους ιστορικούς του μέλλοντος είναι όμως λυπηρό το γεγονός πως για άλλη μία φορά η βούληση των πολλών καταπατάται από λίγους .Η δημοκρατία χάνεται και φοβάμαι γι' αυτό που κρύβεται στο βάθος πίσω από τα δακρυγόνα και τα χημικά
Δ.Π.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

΄Ενα υπέροχο άρθρο ενός εξαιρετικού καλλιτέχνη!

«Ασµα µεταναστευτικό, ειρωνικό και πένθιµο»


ΤΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ







ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 1 Ιουνίου 2011 Τώρα που ζούµε όλοι µακριά από την Ελλάδα, τώρα καταλαβαίνουµε τις χάρες που είχε ο τόπος µας. Κι όσο περνάει ο καιρός η νοσταλγία γίνεται πιο σκληρή. Αµείλικτη. Δεν σε ρωτάει, δεν σου χτυπάει την πόρτα, µπαίνει από παντού γυµνή η µνήµη. Μέσα από τοίχους κι επτασφράγιστα παράθυρα, διαρρηγνύει κλειδωµένες πόρτες ασφαλείας, παραµερίζει τον χρόνο, εισβάλλει στο παρόν µε εικόνες ανάγλυφες και ολοζώντανες, µε δυνατές οσµές, ακούσµατα κι αισθήµατα που ανθούσαν παλιά και τώρα κείτονται στη µέση της σάλας σαν ξεραµένα άνθη µιας συνεχούς κηδείας.



Κάποτε σεξεκούραζε µια βόλταστο αττικό φως, ένας καφές στο Θησείο µε δροσερό νερό και πάµφωτο τον Παρθενώνα. Ενα τηλέφωνο που έφτανε αν και αργά σε έκανε να καρδιοχτυπάς και να ελπίζεις σε κάτι πιο ερωτικό από τη φωνή της τράπεζας και του εντεταλµένου για την είσπραξη δανείου. Στις ειδήσεις όλοι Ιούνιο µήνα περιµέναµε τον καιρό, να δούµε αν µας αντέξει η θάλασσα, κιόχι την έγκριση της Γερµανίας γιατη δόση της ζητιανιάς µας. Ακόµα και στον σκουπιδότοπο της τηλοψίας έβλεπες να πετάνε κάτι γλάροι που φλυαρούσαν άσκοπα αλλά τόσο κιτς σχεδόν χαριτωµένα. Τώρα κι η τηλεόραση σαν έγχρωµο φάντασµα του εαυτού τηςτρέφεται από τις ίδιεςτης τις σάρκες. Βλέπεις το ξεραµένο αίµα στο παρκέ µπροστά στη συσκευή. Στα γραφεία – τεράστιες αίθουσες χωρισµένες σε κυψέλες, κάθε κελί κιυπάλληλος –δεν κοιτάει κανείς µπροστά. Ολοι στην πόρτα, ποιος θα µπει, τι θα πει, ποιον απολύουν σήµερα.



Θυµάµαι, δεν πάει πολύς καιρός, φεύγαµε από την πρόβα άνετοι µε τις σκέψεις, την κούραση, την αγωνία για τον ρόλο ή τη χαρά που τέλειωσε η δουλειά. Τώρα µαζεύονται παρέες να µην είναι κανείς µόνος του. Κρύβουν µαχαίρια πια οι φυλλωσιές της νύχτας. Οχι ότι µε γέµιζαν χαρά κι ευτυχία που όλα τα ισόγεια της Πατριάρχου Ιωακείµ έβαλαν τζάµια στους τοίχους και γίναν µαγαζά πολυτελείας µε φύκια για µεταξωτές κορδέλες στη βιτρίνα. Αλλά πάλι και να βλέπεις πόρτα παρά πόρτα το άδειο σκοτάδι και την ταµπέλα ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ - ΚΛΕΙΣΑΜΕ - ΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ - ΠΩΛΕΙΤΑΙ δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκες.



Στις σχέσεις πάλι έχουν αλλάξει όλα. Στο καλύτερο δεν ξέρω, αλλά πιο στενές, πιο της ασφάλειας, πιο πιάσε µε γιατί έξω είναι ΦΟΒΟΣ.



Βλέπω τα νέα παιδιά στηνπρόβα. Χείλια σφιχτά. Το αστείο σκοτεινό, σχεδόναπεγνωσµένο. Τα µάτια κοιτάνε όλα προς τα µέσα. Κάποτε τα γέλια σπάζαν τζάµια. Οι καρδιές τους χορεύανε τον πιο τρελό χορό.



Ηταν ωραία κάποτε στην πατρίδα. Πόσο την έχω πιθυµήσει. Πότε θα ξαναγυρίσουµε; Εστω για διακοπές. Ενα καλοκαίρι. Δεκαπέντε µέρες. Μια βδοµάδα. Ενα Σαββατοκύριακο. Μια µέρα. Ενα απόγευµα. Ενα απόγευµα έστω. Εστω µια µικρή στιγµή.



Κοίταξα όλα τα ταξιδιωτικά γραφεία. Δεν έχει πτήση. Δεν έχει τρένο, δεν έχει πλοίο, δεν έχει οδό. Πάει, τέλειωσε. Για πάντα εδώ. Στην ξενιτιά. Για πάντα µετανάστες.



Θέλω να χρεοκοπήσω τώρα.
Τώρα που ακόμη έχω ψηλά το κεφάλι, τώρα που ακόμη η χώρα μου μου ανήκει. Θέλω να χρεοκοπήσω τώρα. !Έχω φτάσει στον πάτο του πηγαδιού. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να ανοίξω κι άλλο βάραθρο κάτω από αυτό που ήδη αντικρίζω. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να λέω ναι σε ό,τι ζητάει η Ευρώπη. Αυτά που μου χρωστάνε εμένα ποιος θα μου τα δώσει;


Ας κηρύξω πτώχευση βρε αδερφέ. Θα με βοηθήσουν οι φίλοι μου ,οι γείτονες, οι συγγενείς. Στην Ελλάδα ακόμη βοηθάει ο ένας τον άλλο. Δεν πρόκειται να χαθώ αν δεν έχω να αγοράσω καινούρια ρούχα και τσάντα .Ας συνειδητοποιήσω επιτέλους πως δεν είμαι ό,τι καταναλώνω. Θέλω να βρω τις αξίες και τα ιδανικά για τα οποία είναι γνωστή η χώρα μου: ανιδιοτέλεια, αλτρουισμό, γενναιοδωρία, εντιμότητα, δικαιοσύνη . Βαρέθηκα να διδάσκω στο σχολείο τις διαδοχικές πτωχεύσεις της Ελλάδας . Βαρέθηκα να λέω στους μαθητές μου ότι πρέπει να μελετούν την ιστορία για να μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Οι πολιτικοί μας τι ακριβώς έχουν διδαχθεί; Πως γίνεται να αγαπάνε τη χώρα μας όλοι οι άλλοι εκτός από τους πολιτικούς μας; Πώς γίνεται στη χώρα της δημοκρατίας να επικρατεί η ασυδοσία; Δεν είμαι αγανακτισμένη. Είμαι απελπισμένη. Στο ίδιο έργο θεατής κουράστηκα να είμαι.

Θέλω να χρεοκοπήσω και να ξεκινήσω από την αρχή. Ό,τι κι αν είναι αυτό σίγουρα είναι λιγότερο τρομακτικό από αυτό που με περιμένει στο μέλλον. Τη φτώχεια δεν τη φοβάται ο Έλληνας. Την υποδούλωση όμως θα την αντέξει;
Δ.Π
φιλόλογος